Τετάρτη, 19 Σεπτέμβριος 2018

Ο Διαβήτης οδηγεί σε Κατάθλιψη και η Κατάθλιψη προκαλεί Διαβήτη

Ο Διαβήτης και η Κατάθλιψη βρίσκονται στην πρώτη πεντάδα των νοσημάτων που προκαλούν τις μεγαλύτερες δυσκολίες στην ζωή των ανθρώπων.

Η Kατάθλιψη και ο Διαβήτης είναι χρόνιες καταστάσεις που επηρεάζουν την ποιότητα της ζωής των ανθρώπων. Υπολογίζεται ότι το 6,7% των ενηλίκων αναπτύσσουν ένα μείζων καταθλιπτικό επεισόδιο στη διάρκεια ενός έτους. Μεταξύ όλων των ψυχολογικών νοσημάτων η Κατάθλιψη προκαλεί την μεγαλύτερη ανικανότητα στη καθημερινότητα των ανθρώπων.

Από την άλλη ο Διαβήτης πλήττει περίπου το 9% των ανθρώπων και προκαλεί επίσης σοβαρή δυσλειτουργία στη ζωή των πασχόντων. Ο Διαβήτης και η Κατάθλιψη βρίσκονται στην πρώτη πεντάδα των νοσημάτων που προκαλούν τις μεγαλύτερες δυσκολίες στην ζωή των ανθρώπων.

Όσοι πάσχουν από Διαβήτη, είτε τύπου 1 είτε τύπου 2, αντιμετωπίζουν μεγάλες προκλήσεις για την ρύθμιση του. Αυτές μπορούν να τους προκαλέσουν ψυχολογικό στρες και να οδηγηθούν στην κατάθλιψη.

Αντίθετα, τα άτομα που πάσχουν από Κατάθλιψη συχνά επιλέγουν ανθυγιεινές συμπεριφορές. Είναι δύσκολο γι’ αυτούς να αυξήσουν την φυσική τους δραστηριότητα και παραμένουν αδρανείς. Η διατροφή τους είναι άστατη, ευκαιριακή, ενώ πολλές φορές βουλιμική. Το σύνολο των συμπεριφορών αυτών μπορούν να οδηγήσουν στην ανάπτυξη Διαβήτη τύπου 2.

Από τα τέλη του 1600 μ.χ. είχε παρατηρηθεί ότι ο Διαβήτης εμφανίζονταν πιο συχνά σε άτομα που ήταν θλιμμένα. Εκ τότε πολλές μελέτες έχουν αποδείξει το ίδιο, ενώ η Αμερικανική Διαβητολογική Εταιρεία αναφέρει ότι ο κίνδυνος του Διαβήτη είναι διπλάσιος σε αυτούς που πάσχουν από Κατάθλιψη.

Η συνύπαρξη του Διαβήτη και της Κατάθλιψης αυξάνει την πιθανότητα ανάπτυξης επιπλοκών. Η διαχείριση του Διαβήτη γίνεται δυσκολότερη και το καταθλιπτικό συναίσθημα αυξάνεται. Αποτέλεσμα, τα άτομα να παραμένουν αρρύθμιστα για μεγάλα χρονικά διαστήματα και να αυξάνεται η συνοσηρότητα και θνησιμότητα αυτών.

Είναι πολύ σημαντικό, τόσο για τους γιατρούς όσο και για τους ασθενείς, να αντιλαμβάνονται την συνύπαρξη των δύο καταστάσεων. Η ταυτόχρονη θεραπεία μπορεί να επιφέρει γρήγορα οφέλη και να μειώσει τον κίνδυνο των επιπλοκών.

Ο Διαβήτης οδηγεί σε Κατάθλιψη

Οι περισσότερες μελέτες καταδεικνύουν ότι ο Διαβήτης μπορεί να προκαλέσει Κατάθλιψη. Μάλιστα ο κίνδυνος αναφέρεται σε όλους τους τύπου Διαβήτη, δηλαδή τύπου 1 και τύπου 2. Γενικά όμως φαίνεται ότι τα άτομα που κάνουν χρήση ινσουλίνης έχουν περισσότερες πιθανότητες να αναπτύξουν κατάθλιψη. Αυτό οφείλεται κυρίως στις αυξημένες απαιτήσεις της θεραπείας.

Σε μετά-αναλύσεις που διεξήγαγαν οι Mezuk και Nouwen, φάνηκε ότι η επίπτωση κατάθλιψης στον Διαβήτη αυξάνεται κατά 15% και 24% αντίστοιχα. Αντίθετα, η μετά-ανάλυση του Anderson ανεβάζει το ποσοστό αυτό στο 50%.

Οι διαφορές στα ποσοστά οφείλονται κυρίως στην μέθοδο διάγνωσης της κατάθλιψης. Κάποιοι χρησιμοποίησαν αυτοσυμπληρούμενα ερωτηματολόγια, ενώ άλλοι προσωπικές συνεντεύξεις. Γεγονός είναι όμως, ότι ο κίνδυνος ανάπτυξης κατάθλιψης στον Διαβήτη είναι μεγάλος.

Η Κατάθλιψη προκαλεί Διαβήτη

Η κατάθλιψη χαρακτηρίζεται από ψυχολογικές διαταραχές που οδηγούν σε ανθυγιεινό τρόπο ζωής. Ταυτόχρονα στην κατάθλιψη ενεργοποιούνται ορμονικά μονοπάτια που οδηγούν στην υπεργλυκαιμία. Είναι γνωστό ότι τα άτομα αυτά παρουσιάζουν αυξημένη έκκριση κορτιζόλης και έχουν διεγερμένο το συμπαθητικό νευρικό σύστημα. Αυτές είναι και οι δύο βασικότερες αιτίες που βοηθούν στην ανάπτυξη της αντίστασης στην ινσουλίνης, της υπεργλυκαιμίας και του μεταβολικού συνδρόμου.

Ο παραπάνω μηχανισμός αναφέρεται κυρίως στον Διαβήτη τύπου 2. Αντίθετα δεν υπάρχουν στοιχεία που να δείχνουν ότι η κατάθλιψη μπορεί να οδηγήσει στην ανάπτυξη του Διαβήτη τύπου 1.

Οι μελέτες του Mezuk έδειξαν ότι ο κίνδυνος ανάπτυξης Διαβήτη σε άτομα που πάσχουν από κατάθλιψη αυξάνεται κατά 60%. Επίσης μια προοπτική μελέτη που συνέταξε ο Campayo έδειξε το ίδιο. Συγκεκριμένα, άτομα με Κατάθλιψη παρουσίασαν αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης Διαβήτη τύπου 2 κατά 65%, μέσα σε μια 5ετία.

Η θεραπεία χρειάζεται ομαδική δουλειά

Η συνύπαρξη του Διαβήτη και της κατάθλιψης απαιτεί διεπιστημονική συνεργασία και ενεργή συμμετοχή του πάσχοντα. Η θεραπεία μπορεί να βασιστεί στη φαρμακοθεραπεία, στην γνωσιακή συμπεριφορική ψυχοθεραπεία, αλλά και στην εκπαίδευση του πάσχοντα.

Ο συνδυασμός των παραπάνω μπορεί να αναπτερώσει το ηθικό και να αναπτύξει δεξιότητες στον πάσχοντα ικανές να τον οδηγήσουν στην αυτοδιαχείριση της νόσου.

Ρηγόπουλος Δημήτριος, Στρατιωτικός Ιατρός, Παθολόγος με μετεκπαίδευση στον Διαβήτη, την Παχυσαρκία και το Διαβητικό Πόδι.

Πηγή φωτογραφίας Shutterstock

 

Αφήστε μια απάντηση