ΔΙΑΒΗΤΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΤΡΟΦΗΔΙΑΤΡΟΦΗΝΕΑΤΙ ΛΕΝΕ ΟΙ ΕΙΔΙΚΟΙ

Συνοπτικός ενημερωτικός οδηγός διατροφής για τα άτομα με Δυσλιπιδαιμία

Πηγή: www.ede.gr

Συντάκτες κειμένου:

Άννα Μωυσίδη, Διαιτολόγος – Διατροφολόγος, MSc(MedSci) Σακχαρώδης Διαβήτης και Παχυσαρκία.

Αθανασία Κ. Παπαζαφειροπούλου, Παθολόγος με εξειδίκευση στο Διαβήτη, MSc, PhD, Επιμελήτρια Α’, Α΄ Παθολογικό & Διαβητολογικό Κέντρο Γενικού Νοσοκομείου Πειραιά ‘’Τζάνειο’’

 

Η ύπαρξη δυσλιπιδαιμίας αποτελεί τον πλέον βασικό παράγοντα εμφάνισης αθηροσκλήρωσης και καρδιαγγειακών νοσημάτων, ενώ, φαίνεται πως η διαταραχή του μεταβολισμού των λιπιδίων έχει άμεση σχέση με την ύπαρξη σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, παχυσαρκίας και ινσουλινοαντίστασης. Η διάγνωση της δυσλιπιδαιμίας γίνεται με εργαστηριακό έλεγχο, καθώς, δεν προκαλεί συμπτώματα ή αντίστοιχες ενδείξεις. Κοινά χαρακτηριστικά των εργαστηριακών εξετάσεων αποτελούν οι αυξημένες τιμές: ολικής χοληστερόλης, ‘’κακής’’ (LDL) χοληστερόλης, τριγλυκεριδίων ορού και οι χαμηλές τιμές: ‘’καλής’’ (HDL) χοληστερόλης. Κύριο μέλημα της φαρμακοθεραπείας αλλά και της διατροφικής παρέμβασης αποτελεί ο έλεγχος των τιμών των λιπιδίων με σκοπό την εξασφάλιση βέλτιστης καρδιομεταβολικής υγείας.

Σωματικό Βάρος

Ενθαρρύνεται η σταδιακή απώλεια σωματικού βάρους πάντα σε συνδυασμό με φυσική δραστηριότητα. Μάλιστα, επιστημονικές μελέτες δείχνουν πως η μείωση του βάρους (~10kg), μπορεί να βελτιώσει αισθητά την ινσουλινοευαισθησία, τον μεταβολισμό των λιπιδίων και να επιβραδύνει το ρυθμό εμφάνισης αθηροσκλήρωσης. Στην περίπτωση όμως που δεν είναι εφικτή η απώλεια σωματικού βάρους, συστήνεται η κατανάλωση τροφίμων που εξασφαλίζουν κορεσμό και ενισχύουν το μεταβολισμό, αυξάνοντας την ενεργειακή δαπάνη. Για τον έλεγχο του σωματικού σας βάρους απευθυνθείτε στη θεραπευτική ομάδα που σας παρακολουθεί ώστε να σας καθοδηγήσει ανάλογα με τις ανάγκες σας. Σημειώνεται πως ο περιορισμός των θερμίδων δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τις 300-500kcal/ημέρα.

Υδατάνθρακες

Οι υδατάνθρακες θα πρέπει να αποτελούν το 45-55% της ημερήσιας θερμιδικής πρόσληψης. Ενθαρρύνεται η κατανάλωση σύμπλοκων υδατανθράκων, προϊόντων ολικής άλεσης (βρώμη, κριθάρι, πίτουρο, δημητριακά, ζυμαρικά, αρτοσκευάσματα), χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη και πλούσια σε διαλυτές φυτικές ίνες (όσπρια, φρούτα, λαχανικά). Σημειώνεται πως κάθε μεγάλο γεύμα θα πρέπει να συνοδεύεται από σαλάτα. Η πρόσληψη διαλυτών φυτικών ινών μπορεί, επίσης, να ενισχυθεί και από συμπληρώματα διατροφής ή εμπλουτισμένα τρόφιμα σε ψύλλιο. Η κατανάλωση πρόσθετων σακχάρων αντενδείκνυται, καθώς, σάκχαρα ήδη απαντώνται φυσικά σε υγιεινά τρόφιμα όπως τα φρούτα και τα γαλακτοκομικά προϊόντα. Παρότι ο ρόλος των υδατανθράκων στη ρύθμιση των λιπιδίων είναι σχετικά ουδέτερος, η αλόγιστη κατανάλωσή τους μπορεί να αυξήσει τα επίπεδα των τριγλυκεριδίων. Ειδικότερα, για την παρασκευή γλυκών δεν θα πρέπει να ξεχνάμε πως στα υλικά συμπεριλαμβάνονται εκτός από υδατάνθρακες και αυγά, βούτυρο, κακάο, φοινικέλαιο, λάδι καρύδας κ.α.

Πρωτεΐνες

Οι πρωτεΐνες θα πρέπει να αποτελούν το 15-25% των ημερήσιων ενεργειακών αναγκών. Σε κάθε περίπτωση έχει νόημα να προσέξουμε την πηγή πρωτεΐνης που θα επιλέξουμε. Συγκεκριμένα, ενθαρρύνεται η κατανάλωση τροφών όπως ξηροί καρποί, ψάρια, light τυριά και γιαούρτι, έναντι της συστηματικής κατανάλωσης κόκκινου κρέατος. Μάλιστα η ελεγχόμενη πρόσληψη ζωικής πρωτεΐνης, μπορεί τελικά να έχει προστατευτική δράση σε ό,τι αφορά την αγγειακή ευθραυστότητα μειώνοντας τον κίνδυνο εμφάνισης αιμορραγικού επεισοδίου. Εξίσου σημαντικό ρόλο παίζουν και οι πρωτεΐνες φυτικής προέλευσης όπως είναι για παράδειγμα τα προϊόντα σόγιας (γάλα, γιαούρτι, τόφου, ξηροί καρποί, φασόλια, αλεύρι, tempeh, miso), τα οποία φαίνεται να έχουν καρδιοπροστατευτική δράση.

Λιπαρά

Η συστηματική πρόσληψη κορεσμένων λιπαρών ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για την αύξηση των επιπέδων της ‘’κακής’’ (LDL) χοληστερόλης. Μάλιστα, φαίνεται πως για κάθε 1% των θερμίδων που προσλαμβάνουμε από κορεσμένα λιπαρά παρατηρείται αύξηση στις τιμές της LDL χοληστερόλης περίπου 2%. Για τους παραπάνω λόγους τα κορεσμένα λιπαρά θα πρέπει να αποτελούν λιγότερο από 7% της ημερήσιας θερμιδικής πρόσληψης. Ο καλύτερος τρόπος να μειώσουμε το ρυθμό αύξησης της LDL χοληστερόλης είναι επιλέγοντας προϊόντα χαμηλά σε λιπαρά, άπαχα κρέατα, πουλερικά, ψάρια και αποφεύγοντας τα φυτικά έλαια (φοινικέλαιο, λάδι καρύδας). Εξίσου επιβλαβής είναι και η παρουσία των trans λιπαρών στη διατροφή, καθώς, δρουν μειώνοντας την HDL χοληστερόλη και αυξάνοντας την LDL χοληστερόλη. Η ύπαρξη των trans λιπαρών οξέων προκύπτει από τη μερική υδρογόνωση ενός τυπικού φυτικού ελαίου (καλαμποκέλαιο, σογιέλαιο) για την παραγωγή μαργαρίνης και ‘’ανθεκτικών’’ λιπαρών που χρησιμοποιούνται στην παρασκευή επεξεργασμένων τροφίμων και snack. Trans λιπαρά οξέα ανευρίσκονται σε τρόφιμα όπως το βούτυρο, η μαργαρίνη, τα μπισκότα, τα τηγανιτά κ.α. Η αντικατάσταση κορεσμένων και trans λιπαρών οξέων από μονοακόρεστα (ελαιόλαδο, αβοκάντο, ξηροί καρποί) και πολυακόρεστα (Ω3, Ω6) λιπαρά μπορεί να μειώσει τα επίπεδα της LDL χοληστερόλης και των τριγλυκεριδίων, ενώ, μπορεί να αυξήσει την ινσουλινοευαισθησία.

Σε ό,τι αφορά τη διαιτητική χοληστερόλη, είναι πλέον γνωστό πως η κατανάλωσή της σε λογικά πλαίσια δεν προκαλεί αύξηση της χοληστερόλης αίματος. Ο πιο διαδεδομένος εκπρόσωπος διαιτητικής χοληστερόλης είναι το αυγό το οποίο αποτελεί κύρια πηγή πρωτεΐνης & λιποδιαλυτών βιταμινών και μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν εναλλακτική επιλογή έναντι της κατανάλωσης κόκκινου κρέατος, τηγανιτών και επεξεργασμένων υδατανθράκων. Για υγιείς ενήλικες συστήνεται η κατανάλωση 1 ολόκληρου αυγού/ημέρα. Άλλα συστατικά της τροφής που βοηθούν στον έλεγχο των λιπιδίων είναι οι φυτοστερόλες (φρούτα, λαχανικά, δημητριακά, όσπρια), καθώς, παρεμβαίνουν στην απορρόφηση της χοληστερόλης από το έντερο, με αποτέλεσμα τη μείωσή της. Μάλιστα η ταυτόχρονη κατανάλωση φυτικών στερολών από άτομα που λαμβάνουν στατίνη θα μπορούσε να συμβάλλει στην περαιτέρω μείωση της LDL χοληστερόλης.

Αλκοόλ

Η ήπια έως μέτρια κατανάλωση αλκοόλ δεν φαίνεται να επηρεάζει σημαντικά το γλυκαιμικό προφίλ, την ινσουλινοευαισθησία και τον έλεγχο των λιπιδίων στο άτομο. Μάλιστα μικρή ποσότητα αιθανόλης (~1gr), θα μπορούσε να αυξήσει ελαφρώς την HDL χοληστερόλη. Συγκριτικά με τα υπόλοιπα αλκοολούχα ποτά, κυρίως λόγος γίνεται για τις ευεργετικές ιδιότητες του κόκκινου κρασιού, καθώς, είναι πλούσιο σε φλαβονοειδή (αντιοξειδωτικά) που έχουν συσχετιστεί με αντιφλεγμονώδη δράση και μείωση του κινδύνου ανάπτυξης καρδιαγγειακών νοσημάτων. Σε κάθε περίπτωση η ημερήσια κατανάλωση αλκοόλ δεν θα πρέπει να ξεπερνά τα 15-30gr (1-2 ποτήρια). Ειδικότερα για τα άτομα με υπερτριγλυκεριδαιμία η πρόσληψη αλκοόλ εκτός των παραπάνω ορίων μπορεί να επιφέρει εξαιρετικά δυσάρεστα αποτελέσματα.

Αλάτι

Η κατανάλωση αλατιού συνδέεται με αύξηση τριγλυκεριδίων, αυξημένη περίμετρο μέσης, υψηλό δείκτη μάζας σώματος, κοιλιακή παχυσαρκία, αρτηριακή υπέρταση και αυξημένο ποσοστό λίπους στο σώμα. Αυτό συμβαίνει γιατί τα αλμυρά τρόφιμα φαίνεται να ενισχύουν το αίσθημα ανταμοιβής στον εγκέφαλο, με αποτέλεσμα το άτομο να καταφεύγει στην ανεξέλεγκτη κατανάλωση θερμίδων λόγω της ευχάριστης γεύσης. Η μείωση πρόληψης αλατιού μπορεί να επιτευχθεί αντικαθιστώντας το επιτραπέζιο αλάτι από μυρωδικά, μπαχαρικά ή στημένο λεμόνι, ελέγχοντας τις ετικέτες τροφίμων και αποφεύγοντας τυποποιημένα προϊόντα (κονσέρβες, αλλαντικά).

 

Βιβλιογραφία

  • Carson JA. Nutrition therapy for dyslipidemia. Curr Diab Rep. 2003 Oct;3(5):397-403.
  • Chopra AK. Dietary management of dyslipidemia. Indian Heart J. 2023 Dec 18:S0019-4832(23)00474-1.
  • Kang YJ, Wang HW, Cheon SY, Lee HJ, Hwang KM, Yoon HS. Associations of Obesity and Dyslipidemia with Intake of Sodium, Fat, and Sugar among Koreans: a Qualitative Systematic Review. Clin Nutr Res. 2016 Oct;5(4):290-304.
  • Mehmet Celik, Isa Ardahanli, Mehmet Serdar Cengizhan,” Dyslipidemia and Nutrition”, Research Journal of Food and Nutrition, vol. 2, no. 4, pp. 1-3 2018.
  • Mooradian AD. Dyslipidemia in type 2 diabetes mellitus. Nat Clin Pract Endocrinol Metab. 2009 Mar;5(3):150-9.
  • Sucato, V., Sanfilippo, G., Triolo, F. et al.Dietary strategy for prevention and management of dyslipidemia: international guidelines. Mediterr J Nutr Metab 5, 187–193 (2012).
Μοιραστείτε το: