Τετάρτη, 19 Φεβρουάριος 2020

Έρευνα σοκ για τα νέα αντιδιαβητικά!

Σαφείς ενδείξεις ότι οι κλινικές μελέτες των νέων, ακριβών αντιδιαβητικών φαρμάκων είχαν μεροληπτικό σχεδιασμό φέρνει στο φως νέα μελέτη. Με βάση αυτές τις μελέτες, που χρηματοδοτήθηκαν από τις φαρμακοβιομηχανίες, τα νέα αυτά φάρμακα έλαβαν πρόσθετες ενδείξεις ότι προσφέρουν καρδιαγγειακά οφέλη.

Η νέα μελέτη δημοσιεύτηκε πρόσφατα στο περιοδικό Journal of Pharmaceutical Policy and Practice, από δύο Ιάπωνες ερευνητές, το Rumiko Shimazawa και το Masayuki Ikeda από το Τμήμα Κλινικής Φαρμακολογίας στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Tokai.

Οι επίμαχες κλινικές μελέτες είχαν ζητηθεί από τον Αμερικανικό Οργανισμό Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) το 2008, μετά το μεγάλο φιάσκο με το φάρμακο Avandia (rosiglitazone), το οποίο αποσύρθηκε από την Ε.Ε. το 2010. Το φάρμακο είχε κυκλοφορήσει το 1999 από την GSK και σύντομα εξελίχθηκε στο πρώτο σε πωλήσεις αντιδιαβητικό.

Το 2007, ήρθε το σοκ. Μία μεγάλη μετανάλυση 43 μικρών μελετών έδειξε ότι το φάρμακο συνδέονταν με θανατηφόρες καρδιαγγειακές επιπλοκές. Η GSK υπερασπίστηκε το φάρμακο, αλλά μετά από χρόνια διαμάχη και αξιολόγηση από τις αρχές, το φάρμακο αποσύρθηκε.

Η υπόθεση με το Avandia όμως είχε ως συνέπεια ο FDA να ζητεί πλέον από όλες τις φαρμακοβιομηχανίες, που αναπτύσσουν νέα αντιδιαβητικά φάρμακα, να κάνουν τις λεγόμενες μελέτες καρδιαγγειακών αποτελεσμάτων (CVOTs). Σκοπός φυσικά ήταν να εξασφαλιστεί η ασφάλεια των νεότερων φαρμάκων.

Τα τελευταία χρόνια, λοιπόν, έχουν διεξαχθεί αρκετές τέτοιες μελέτες για όλα τα νέας γενιάς αντιδιαβητικά, όπως τους αναστολείς SGLT2τους αναστολείς DPP-4 και τα ανάλογα GLP-1. Τα αποτελέσματα από ορισμένες μελέτες μάλιστα έχουν επηρεάσει τις κατευθυντήριες οδηγίες για τον διαβήτη τύπου 2 και οδήγησαν τις αρχές στην έγκριση πρόσθετων ενδείξεων για ορισμένα από τα φάρμακα πέρα ​​από τον έλεγχο του σακχάρου.

Η νέα μελέτη των Ιαπώνων ερευνητών θέτει εν αμφιβόλω το σχεδιασμό των κρίσιμων αυτών μελετών. Όπως αναφέρουν, υπήρξαν ανισορροπίες στον γλυκαιμικό έλεγχο, την αρτηριακή πίεση και τη χρήση διουρητικών ανάμεσα στους ασθενείς, που λάμβαναν το φάρμακο και εκείνους, που έπαιρναν το εικονικό φάρμακο. Αυτές οι ανισορροπίες, υποστηρίζουν, τοποθετούν τους ασθενείς στις ομάδες του εικονικού φαρμάκου με δυνητικά υψηλότερο κίνδυνο καρδιαγγειακού κινδύνου και με αυτόν τον τρόπο μεροληπτούσαν τα αποτελέσματα υπέρ του φαρμάκου της μελέτης.

Παρόμοιες απόψεις εκφράστηκαν το 2018 από δύο πρώην ερευνητές της Bristol-Myers Squibb, το Simeon I. Taylor, ενδοκρινολόγο στο Πανεπιστήμιο του Maryland στη Βαλτιμόρη και τo Bruce R. Leslie, νεφρολόγο στο νοσοκομείο Seventh Doctor Consulting. Τις είχαν διατυπώσει σε άρθρο τους στο Journal of Clinical Investigation, επισημαίνοντας ότι οι αρτηριακές πιέσεις ήταν επίσης μη ισορροπημένες, γεγονός που επηρέασε τα αποτελέσματα υπέρ του φαρμάκου της μελέτης.

O Leslie δήλωσε στη Medscape Medical News ότι οι ίδιες ανισορροπίες – όπως και στη διουρητική χρήση – συνέβησαν και σε πιο πρόσφατες δοκιμές για την επίδραση των αναστολέων SGLT2 στη λειτουργία των νεφρών και στην καρδιακή ανεπάρκεια, συμπεριλαμβανομένων των κλινικών μελετών CREDENCE και DAPA-HF.

Από την άλλη, ο Silvio Inzucchi, διευθυντής του Διαβητολογικού Κέντρου του Yale και επικεφαλής ερευνητής για αρκετές από αυτές τις επίμαχες μελέτες δήλωσε ότι «είναι εξαιρετικά δύσκολο να διεξαχθεί διπλή, τυφλή μελέτη με απολύτως ίσα επίπεδα γλυκόζης μεταξύ των ομάδων θεραπείας, όταν επιτρέπεται ένα επιπλέον φάρμακο σε έναν βραχίονα της μελέτης. Έτσι, όλες οι μελέτες έχουν δείξει μια διαφορά της τάξης του 0,4% έως 0,7% στα επίπεδα της γλυκόζης μεταξύ των 2 ομάδων των ασθενών, μερικές φορές ακόμη περισσότερο ανάλογα με την ισχύ του φαρμάκου. Για να έχουμε ίδια επίπεδα γλυκόζης, θα έπρεπε τα κέντρα της μελέτης να είχαν αναλάβει την πλήρη ευθύνη για τη διαχείριση της γλυκόζης. Αυτό θα ήταν μια πολύ πιο περίπλοκη και πολύ πιο δαπανηρή μελέτη. Δεν θα είναι πλέον μια αντανάκλαση της πραγματικής, ιατρικής πρακτικής».

Πηγή: virus.com.gr

Αφήστε μια απάντηση