Δευτέρα, 9 Δεκέμβριος 2019

Μπορεί ο σακχαρώδης διαβήτης να μειώσει τη γονιμότητα;

Τα άτομα αναπαραγωγικής ηλικίας με τύπου 1 ή τύπου 2 διαβήτη πρέπει να ρυθμίζουν καλά το σάκχαρο στο αίμα τους, γιατί ολοένα περισσότερα επιστημονικά ευρήματα δείχνουν ότι η πάθησή τους μπορεί να αυξάνει τον κίνδυνο υπογονιμότητας.

Σύμφωνα με τα έως τώρα στοιχεία, περισσότερο κινδυνεύουν οι ασθενείς με αρρύθμιστο σακχαρώδη διαβήτη, αλλά και όσοι πάσχουν από αυτόν επί πολλά χρόνια. Και στις δύο περιπτώσεις, το αυξημένο σάκχαρο μπορεί να αυξήσει τις πιθανότητες επιπλοκών που εμποδίζουν την απόκτηση παιδιού.

«Η αναπαραγωγική λειτουργία είναι μια πολύ ευαίσθητη διαδικασία, η οποία εξαρτάται από τη σωστή λειτουργία του γεννητικού συστήματος και γενικότερα από την ψυχοσωματική υγεία», λέει ο μαιευτήρας-χειρουργός γυναικολόγος Δρ. Ιωάννης Π. Βασιλόπουλος, MD, MSc, ειδικός στην Υποβοηθούμενη Αναπαραγωγή και ιδρυτικό μέλος του Institute of Life. «Ο σακχαρώδης διαβήτης είναι μία από τις παθήσεις που μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την αναπαραγωγική λειτουργία, αλλά με διαφορετικούς μηχανισμούς σε άνδρες και γυναίκες».

Στις γυναίκες

Στις γυναίκες υπάρχει αμφίδρομη συσχέτιση ανάμεσα στον διαβήτη και τις σχετιζόμενες με την ινσουλίνη αιτίες υπογονιμότητας, όπως το σύνδρομο των πολυκυστικών ωοθηκών και η παχυσαρκία.

Τί σημαίνει αυτό; «Πολλές μελέτες έχουν δείξει ότι τόσο οι κανονικού βάρους όσο και οι υπέρβαρες/παχύσαρκες γυναίκες με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών παρουσιάζουν αντίσταση στην ινσουλίνη και υπερινσουλιναιμία, που σχετίζονται με μη ικανοποιητική ρύθμιση του σακχάρου στο αίμα (προδιαβήτη) ή ακόμη και με σακχαρώδη διαβήτη», απαντά ο Δρ. Βασιλόπουλος. «Η ινσουλίνη είναι μια ορμόνη που παράγεται στο πάγκρεας και ρυθμίζει τα επίπεδα της γλυκόζης (σακχάρου) του αίματος. Όταν ένα άτομο χρειάζεται υψηλότερα επίπεδα ινσουλίνης για να διατηρεί στα φυσιολογικά όρια τα επίπεδα της γλυκόζης, θεωρούμε ότι παρουσιάζει αντίσταση στην ινσουλίνη».

Υπολογίζεται ότι το τουλάχιστον 10% των γυναικών με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών εκδηλώνουν τελικά διαβήτη τύπου 2, καθώς και ότι σχεδόν μία στις τρεις γυναίκες με διαβήτη τύπου 2 έχουν και σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών. Και στις δύο περιπτώσεις, η παχυσαρκία είναι ένας ισχυρός παράγοντας κινδύνου.

Η υπερινσουλιναιμία, όμως, έχει και άλλες συνέπειες, καθώς αυξάνει τα επίπεδα των λειτουργικών ανδρογόνων στον οργανισμό. Τα λειτουργικά ανδρογόνα επηρεάζουν αρνητικά την ποιότητα των ωαρίων, ενώ εμποδίζουν και την ωορρηξία. Έτσι, οι γυναίκες συχνά έχουν ολιγομηνόρροια (περνά μεγάλο χρονικό διάστημα μεταξύ δύο εμμήνων ρύσεων) ή ακόμα και αμηνόρροια (δεν έχουν έμμηνο ρύση για αρκετούς μήνες στη σειρά). Μελέτες έχουν δείξει ότι οι διαταραχές της ωορρηξίας είναι συχνότερες στις γυναίκες με τύπου 1 ή τύπου 2 διαβήτη, απ’ ό,τι στις μη διαβητικές συνομήλικές τους.

«Μερικές φορές, η διόρθωση της υπερινσουλιναιμίας στις διαβητικές γυναίκες με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών είναι αρκετή για να επιτευχθεί εγκυμοσύνη», τονίζει ο Δρ. Βασιλόπουλος.

Ένας άλλος κίνδυνος, ιδίως στις γυναίκες με τύπου 1 διαβήτη, είναι η πρόωρη εμμηνόπαυση (πρόωρη ωοθηκική ανεπάρκεια). Κατ’ αυτήν η γυναίκα μπαίνει στην κλιμακτήριο πριν τα 40 της χρόνια και μερικές φορές πριν από τα 35 της.

Κίνδυνοι υπάρχουν, όμως, και όταν επιτευχθεί εγκυμοσύνη. Αν η έγκυος με σακχαρώδη διαβήτη είναι αρρύθμιστη, διατρέχει αυξημένο κίνδυνο αποβολής, απώλειας του μωρού (θνησιγένεια), καισαρικής τομής και ανάγκης νοσηλείας του μωρού σε Μονάδα Νεογνών μετά τη γέννησή του.

Αντιθέτως, ο καλός γλυκαιμικός έλεγχος (καλή ρύθμιση του σακχάρου) παρέχει πολλά οφέλη στην γυναίκα, αφού:

* Συμβάλλει στην εξομάλυνση του έμμηνου κύκλου

* Αυξάνει την ερωτική επιθυμία

* Μειώνει τον κίνδυνο αποβολής

* Μειώνει τον κίνδυνο απόκτησης βρέφους με πολύ μεγάλο σωματικό βάρος και της ανάγκης νοσηλείας του μωρού σε Μονάδα Νεογνών μετά τον τοκετό

* Μειώνει τον κίνδυνο συγγενών (εκ γενετής) διαταραχών

* Μειώνει τον κίνδυνο θνησιγένειας και νεογνικού θανάτου

Τέλος, ειδικά οι γυναίκες με διαβήτη που κάνουν καθημερινές εγχύσεις ινσουλίνης, μπορεί να μείνουν έγκυοι με φυσικό τρόπο, αλλά η πάθησή τους σχετίζεται με μειωμένο αριθμό κυήσεων και λιγότερα παιδιά.

Στους άνδρες

Στους άνδρες, τα προβλήματα υπογονιμότητας επίσης σχετίζονται με τις επιπλοκές που έχουν τα ανεξέλεγκτα επίπεδα του σακχάρου στο αίμα ή ο πολυετής διαβήτης.

Οι επιπλοκές αυτές απορρέουν κυρίως από την περιφερειακή νευροπάθεια και αγγειοπάθεια που προκαλεί το σάκχαρο, δηλαδή από τις βλάβες που επιφέρει στα νεύρα και στα αγγεία. Συνέπεια των βλαβών αυτών μπορεί να είναι, λ.χ., η παλίνδρομη εκσπερμάτιση και η στυτική δυσλειτουργία.

Η παλίνδρομη εκσπερμάτιση είναι μία διαταραχή κατά την οποία το σπέρμα αντί να αποβληθεί μέσω της ουρήθρας προς το εξωτερικό περιβάλλον, βρίσκει διέξοδο προς την ουροδόχο κύστη. Αυτό οφείλεται σε βλάβη που προκαλεί ο διαβήτης στα νεύρα που ελέγχουν τους μυς της κύστεως, με συνέπεια να μην κλείνει η έξοδός της (λέγεται αυχένας) προς την ουρήθρα. Όταν ο άνδρας έχει παλίνδρομη εκσπερμάτιση συχνά βλέπει σπέρμα στα ούρα του.

Ο σακχαρώδης διαβήτης αποτελεί επίσης συχνή αιτία της στυτικής δυσλειτουργίας, δηλαδή της αδυναμίας επίτευξης ή διατήρησης της στύσης. Μάλιστα, τα προβλήματα στύσης είναι συχνά ο πρώτος λόγος για τον οποίο πάει ο άνδρας στον γιατρό και εκ των υστέρων μαθαίνει ότι είναι διαβητικός. Ο διαβήτης οδηγεί στη στυτική δυσλειτουργία προκαλώντας βλάβες στα νεύρα του πέους και μειώνοντας την ροή του αίματος προς αυτό.

Ειδικά στους παχύσαρκους άνδρες με σακχαρώδη διαβήτη μπορεί επίσης να υπάρξει διαταραχή στη λειτουργία των όρχεων, με συνέπεια τον υπογοναδισμό, δηλαδή την ανεπαρκή παραγωγή τεστοστερόνης. Οι άνδρες αυτοί μπορεί ακόμα να παρουσιάσουν μείωση στον αριθμό των παραγόμενων σπερματοζωαρίων, ενώ νεότερες μελέτες έχουν εντοπίσει και βλάβες στο DNA των σπερματοζωαρίων των διαβητικών ανδρών.

Εάν ο αρρύθμιστος διαβήτης προκαλέσει βλάβη στα νεύρα του πέους, μία άλλη πιθανή συνέπεια μπορεί να είναι η καθυστερημένη εκσπερμάτιση, δηλαδή η δυσκολία ή αδυναμία του άνδρα να φτάσει στον οργασμό και την εκσπερμάτιση.

Ο καλός γλυκαιμικός έλεγχος στους άνδρες μειώνει τον κίνδυνο προβλημάτων στύσης, αυξάνει τα επίπεδα τεστοστερόνης και αυξάνει την ερωτική επιθυμία (λίμπιντο).

Επομένως, αν πάσχετε από διαβήτη και επιθυμείτε να αποκτήσετε παιδιά, «είναι πολύ σημαντικό να ρυθμίσετε καλά, πριν από την εγκυμοσύνη, τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα, μέσω δίαιτας, συστηματικής γυμναστικής και τήρησης της αντιδιαβητικής φαρμακευτικής αγωγής που έχει συστήσει ο γιατρός», τονίζει ο Δρ. Βασιλόπουλος.

Ιδανικά, η καλύτερη εποχή για να αρχίσετε τις προσπάθειες απόκτησης μωρού είναι όταν ο διαβήτης σας είναι καλά ρυθμισμένος και δεν αντιμετωπίζεται άλλα προβλήματα υγείας, λέει. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η γυναίκα με διαβήτη τύπου 1 ή τύπου 2 πρέπει να συμβουλεύεται για πρώτη φορά τον γιατρό της τουλάχιστον 3-6 μήνες πριν αρχίσει τις προσπάθειες τεκνοποίησης, ώστε αν απαιτηθεί να έχει χρόνο για να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα, καταλήγει ο ειδικός.

 

Αφήστε μια απάντηση